ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΙΜΑΤΟΣ

Έχω επισκεφτεί τη Σαντορίνη αρκετές φορές. Κάθε φορά ανακάλυπτα νέες θέσεις από τις οποίες παρατηρούσα τις σχέσεις του φωτός με την υλικότητα του νησιού, πάντα ήταν όμως καλοκαίρι. Άραγε πώς να είναι μια άλλη εποχή; Αποφάσισα να πάω άνοιξη. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα! Το νησί είχε μεταμορφωθεί, το χρώμα του ήταν διαφορετικό, δεν κυριαρχούσε η πέτρα, παρά η ολάνθιστη φύση. Πραγματική αποκάλυψη ήταν ο καιρός. Η πρωινή ομίχλη, ανεβαίνοντας από την καλντέρα, μεταμορφώνεται σε λευκά σύννεφα που τρέχουν με ταχύτητα όλη την ημέρα επάνω από το νησί, για να σταθούν διακριτικά στον ορίζοντα παίζοντας με το τελευταίο φως, πλημμυρίζοντας τον ουρανό με χρώμα. Με έπιασε μια ανυπομονησία. Επιδόθηκα σε έναν αγώνα δρόμου για να προλάβω αυτές τις εναλλαγές.

Ξεκίνησα την πορεία μου με την ανάβαση στο βουνό που βρίσκεται το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Η Σαντορίνη είναι ένα από τα λίγα νησιά που μπορείς να το δεις ολόκληρο, αν ανεβείς στο ψηλότερο σημείο του∙ θυμήθηκα το συναίσθημα που μου δημιουργήθηκε όταν ήμουν στη Δήλο. Ένιωσα ένα με τον ουρανό, παρατηρώντας από ψηλά τη στεριά να περιτριγυρίζεται από τη θάλασσα. Φτάνοντας στη θέση που είχα εντοπίσει, εκεί μακριά από το δρόμο, λίγα βήματα από τον γκρεμό, έστησα τον εξοπλισμό μου και κάθισα. Η θέα ήταν μοναδική, αλλά ο δυνατός ψυχρός αέρας μου θύμιζε ότι δεν έχει έρθει ακόμα το ζεστό καλοκαίρι. Τρεις ώρες έμεινα ακίνητος σε εκείνο το σημείο περιμένοντας, παρατηρώντας τις εναλλαγές του φωτός, τα τελευταία σύννεφα μακριά στον ορίζοντα να διασχίζουν με ταχύτητα το νησί. Ήταν μια μοναδική εμπειρία, με μόνο τον παγωμένο αέρα να με προστάζει να επιστρέψω στη ζεστή αγκαλιά του σπιτιού. Μία ακόμη, έλεγα μέσα μου, κάνε υπομονή για μία ακόμη λήψη, δέκα λεπτά και θα ανάψουν τα φώτα στους δρόμους. Η εικόνα ολόκληρης της Σαντορίνης, στολισμένης με τα φώτα των δρόμων της και το τελευταίο φως πριν κυριαρχήσει η νύχτα ήταν η εικόνα που έμεινε τυπωμένη στη μνήμη μου. Χαλάλι όλη η ταλαιπωρία από τον δυνατό παγωμένο αέρα. 

Έχοντας ακόμα την εικόνα από τον Προφήτη Ηλία ξεκίνησα την επόμενη ημέρα την κατάβαση στον Αθηνιό. Από το ψηλό βουνό στο επίπεδο της θάλασσας. Τα σύννεφα βιαζόντουσαν να πάνε κάπου. Το ίδιο και εγώ, κατηφόρισα προς το λιμάνι, πέρασα το μώλο και βρήκα το σημείο που έψαχνα. Την προηγούμενη μέρα στον Προφήτη Ηλία είχα συνολική εποπτεία του χώρου∙ τώρα βίωνα τη μικρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης όταν αντιμετωπίζει τη μεγαλειώδη κλίμακα της φύσης. Ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός, αλλά υπήρχε μια γαλήνη, μια μεταφυσικότητα. Θέλησα να δημιουργήσω μια εικόνα που να μεταφέρει αυτή την αίσθηση. Τα βράχια έδιναν μια έντονη δυναμική, που ωθεί το βλέμμα προς το κέντρο της εικόνας, στη θάλασσα. Θέλοντας να καταγράψω τη μεταφυσική υπόσταση του υγρού στοιχείου, επέλεξα να χρησιμοποιήσω μεγάλο χρόνο έκθεσης. Με αυτό τον τρόπο εξαφανίζεται η κίνηση της θάλασσας, δημιουργώντας μια δυναμική ηρεμία ανάμεσα στα σκληρά βράχια και τη φαινομενικά γαλήνια θάλασσα. Το μεταφυσικό στοιχείο εντοπίζεται στο σημείο επαφής του υγρού, αεικίνητου στοιχείου με τη στεριά. Εκεί τα σαφή όρια χάνονται και μια ομίχλη καταλαμβάνει τον ενδιάμεσο χώρο. Αυτό που δεν περίμενα ήταν το πόσο ακίνητο μπορούσε να μείνει ένα ζευγάρι Ασιατών που καθόταν στην άκρη του μώλου καθ’ όλη τη διάρκεια της λήψης. Τι ευχάριστη προσθήκη! Έμεινα εκεί μέχρι που πλησίασε το πλοίο της γραμμής.

Πάντοτε πίστευα ότι η θέα του δειλινού από το φάρο ήταν πιο ουσιαστική. Υπάρχει μια λιτότητα. Μόνο τα βράχια, η θάλασσα και ο ουρανός, με το φάρο, ως αειθαλές τεκμήριο μοναχικότητας, να αποτελεί τη μοναδική ανθρώπινη επέμβαση στο τοπίο. Είναι ένα σημείο που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εσωτερικό σου κόσμο. Η τραχύτητα των βράχων μετουσιώνεται στη σκληρότητα που φέρει κανείς μέσα του, η θάλασσα, άλλοτε άγρια άλλοτε γαλήνια, ο ουρανός μια ανάταση, και ο φάρος ένας συνδετικός κρίκος να ενώνει τον ουρανό με τη Γη, τη λάμψη του με το τελευταίο φως της ημέρας. Ένα φωτεινό σημείο μέσα στην ψυχή μας, που λειτουργεί διακριτικά σαν σημείο αναφοράς, αλλά και αποφυγής.

Οι ημέρες κύλησαν γρήγορα. Προχώρησα μεθοδικά από το ένα σημείο που είχα επισημάνει παλιότερα στο άλλο, φωτογραφίζοντας από τις ίδιες θέσεις. Αναζήτησα ξανά την αίσθηση που μου είχαν δημιουργήσει οι εικόνες από τον Προφήτη, το φάρο, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Μια ημέρα, περπατώντας στο Ημεροβίγλι, βρέθηκα μπροστά στο Σκάρο. Με πλημμύρησε μια χαρά. Ήταν κάτι που δεν το είχα δει τις προηγούμενες φορές. Πώς το είχα παραβλέψει;

Το μονοπάτι που οδηγεί στο Σκάρο, σε απομακρύνει σταδιακά από τα απόκρημνα βράχια. Βρίσκεσαι ξαφνικά μέσα στην καλντέρα, ένα βήμα από τη Νέα Καμένη. Φτάνοντας στην άκρη του, μια έκπληξη με περίμενε. Οι καιρικές συνθήκες δημιουργούσαν ένα παράδοξο. Από επάνω τα σύννεφα βαριά, μαυρισμένα, έτοιμα να πλημμυρίσουν τα πάντα με βροχή, έρχονταν σε αντίθεση με τα υπερβολικά γαλήνια νερά της καλντέρας. Μια απόλυτη ηρεμία σε αντιδιαστολή με μια χειμερινή καταιγίδα και στη μέση ένας βράχος σαν παλαιολιθικό γλυπτό να ενώνει τους δυο αντιφατικούς κόσμους. Η βροχή τελικά δεν έπεσε. Η γαλήνη της θάλασσας ημέρεψε τον αναστατωμένο ουρανό, ο οποίος προς το τέλος της ημέρας αραίωσε τα πυκνά του σύννεφα, αφήνοντας πινελιές γαλάζιου να συμβάλουν στο τελευταίο χρωματικό παιχνίδι του ήλιου πριν έρθει η νύχτα.

 Από όλες τις φορές που ήρθα στη Σαντορίνη, αυτή ήταν η πιο αποκαλυπτική. Η φύση, η υλικότητα των βράχων μαζί με τις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών και το παιχνίδι του φωτός, λειτούργησαν σαν πομποί σε ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης, ενός επαναπροσδιορισμού της σχέσης μου με το τοπίο.